Ένα περνάρι τριζοβολούσε στην στιά
Καπνός ξέφυγε από τη νάπα και κύλησε στο δωμάτιο. Του το’χε πεί του προκομμένου του γιου της, ''η Λάρδενη δεν είναι για χτίσιμο, κουτοί ήταν οι παλιοί που χτίζανε στην Ντούρη;''
Εδώ έτσι και πιάκει Πουνέντες δεν βαστάει ούτε γάϊδαρος.
Το μάτι της κύλησε όξω από τη φανέστρα, χάϊδεψε τα Σταυριώτικα κι ύστερα ροβόλησε χαμηλά στην κοιλάδα και σκάλωσε σ’ ένα κουνουφάδι κεπαρίσια. Ο Ζυγωνός. Αναθυμήθηκε τα ξασπρισμένα ερείπια και την μικρή εκκλησιά. Πικρά απομεινάρια των Τούρκων, κακή τους ώρα, δέκα γενιές μπριχού.
Εκεί στα χαλάσματα έδενε τσι προβατίνες, εκεί του δόθηκε, Θεός σχωρέστονε, ήτανε καλός άντρας και νοικοκύρης ο Γιώργης.
''Ω!!! μέρες που ‘ναι.
Είπαμε, οι ζωντανοί με τσου ζωντανούς, κι οι αποθαμένοι, την ευκή τους να χουμε'', μάλωσε τον εαυτό της.
- Νόνααα.
Ασκωσε το χέρι και το πέρασε στο μέτωπο. Όχι δεν απόδιωχνε τον ιδρώτα, που να βρεθεί ο ίδρως χειμωνιάτικα, τσι έγνοιες έδιωχνε.
- Νόνα, νόνα χρόνια πολλά.
- Καλώς το μου.
- Τι φτιαίνεις;
- Φτιαίνω τηγανίτες. Που είναι οι άλλοι;
- Έρχονται.
Ξέπλυνε τα χέρια από το ζυμάρι.'' Έλα'', του ‘πε. ''Έλα να κάμουμε αυγά - πουλιά''
Πήρε το παιδί κι έκατσε δίπλα στην ογνίστρα. Το ‘χωσε στην αγκαλιά της έτσι όπως οι γιαγιάδες ξέρουνε. Πήρε ένα δαυλί και του το έβαλε στο χέρι. Ύστερα οδήγησε το παιδικό χεράκι να ανακατώνει τη στάχτη σταυρωτά:
«Αυγά, πουλιά, λάδια κρασιά, υγεία, ευτυχία κι όλα τα καλά»
Το’πανε τρεις βολές, κατά την τάξη. Ύστερα το σήκωσε και πλησίασε τη φανέστρα. Το ‘βαλε να κοιτάζει κατά τα Σταυριώτικα κι είπανε μαζί τα λόγια τση Πρωτοχρονιάς:
«Καλημέρα σας βουνά και καλή Πρωτοχρονιά. Νά’μαι γερός σαν τα βουνά και ξυπνός σαν τα πουλιά»
Απόθωκε το παιδί στο μπαγκούλι. Στο τηγάνι το λάδι είχε κάψει. Η πρώτη τηγανίτα τζιτζιριξε.
Χρόνια Πολλά, είπε,
Με υγεία κι ευτυχία.
...
Κι εγώ που τ’άκουσα σας το ματαλέω:
Χρόνια Πολλά, πολλά κι ευτυχισμένα.
Οθων Μιχαλάς